Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΑΗΤΟ

  
 
Aπό μικρό κι απ' άφαντο πουλάκι σταυραητέ μου,
παίρνεις κορμί με τον καιρό, και δύναμη κι αγέρα,
κι απλώνεις πήχες τα φτερά και σπιθαμές τα νύχια,
και μες στα σύγνεφα πετάς, μες στα βουνά ανεμίζεις!
 
Φωλιάζεις μες στα κράκουρα, συχνομιλάς με τ' άστρα,
με τη βροντή ερωτεύεσαι κι απιδρομάς και παίζεις
με τ ΄γρια τ' αστροπέλεκα και βασιλιάν σε κράζουν
του κάμπου τα πετούμενα και του βουνού οι πετρίτες.
 
 
Έτσι εγεννήθηκε μικρός κι ο πόθος μου στα στήθη,
κι απ' άφαντο κι απ' άπλερο πουλάκι, σταυραητέ μου,
μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια,
και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει,
κ' έγινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχιό και δράκος,
κ' εφώλιασε βαθιά - βαθιά μες στ' άσαρκο κορμί μου,
και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου, κρυφοβοσκάει τη νιότη.
Μπεζέρισα να περπατώ στου κάμπου τα λιοβόρια.

Θέλω τ΄αψήλου ν' ανεβώ, ν' αράξω θέλω, αητέ μου,
μες στην παλιά μου κατοικιά, στην πρώτη τη φωλιά μου,
θέλω ν' αράξω στα βουνά, θέλω να ζάω με σένα.

Θέλω τ' ανήμερο καπρί, τ' αρκούδι, το πλατόνι,
καθημερνή μου κι ακριβή να τάχω συντροφιά μου.

Κάθε βραδούλα, κάθε αυγή, θέλω το κρύο τ' αγέρι
νάρχεται από τη λαγκαδιά, σα μάνα, σαν αδέρφι,
να μου χαϊδεύει τα μαλλιά και τ' ανοιχτά μου στήθη.
 
 
 Θέλω η βρυσούλα, η ρεματιά -παλιές γλυκές μου αγάπες-
να μου προσφέρνουν γιατρικό τ' αθάνατα νερά τους.
Θέλω του λόγγου τα πουλιά με τον κελαηδισμό τους
να με κοιμίζουν το βραδί, να με ξυπνούν το τάχι.

Και θέλω νάχω στρώμα μου, νάχω και σκεπασμά μου
το καλοκαίρι τα κλαδιά και το χειμώ τα χιόνια.
Κλωνάρια απ' αγριοπρίναρα, φουρκάλες από ελάτια
θέλω να στρώνω στοιβανιές κι απάνω να πλαγιάζω,
ν' ακούω τον ήχο της βροχής και να γλυκοκοιμιέμαι.
 
 
 Από ημερόδενδρον, αητέ, θέλω να τρώω βελάνια,
θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ' άγριο γίδι.
Θέλω ν' ακούω τρυγύρω μου πεύκα κι οξιές να σκούζουν,
θέλω να περπατώ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια,
θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά - ζερβά να βλέπω.

Θέλω ν' ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς στα βράχια,
ν' ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω.
θέλω.., μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια και τυραννιέμαι 
και πονώ, και σβιέμαι νύχτα - μέρα.
 
 
Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο,
και δόσμου τες φτερούγες σου, και πάρε με μαζί σου,
πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος!


Κώστας Κρυστάλλης
 

Aφιερωμένο "μεταφορικά"..σε όλους τους Ελληνες!!! 
@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@ 
 
 
Ο Κώστας Κρυστάλλης γεννήθηκε στο Συρράκο της Ηπείρου, γιος του εύπορου εμπόρου Δημητρίου Κρυστάλλη και της συζύγου του Γιαννούλας. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα και μετά το θάνατό της μητέρας του και την εγκατάσταση της οικογένειας στα Γιάννενα, συνέχισε στη Ζωσιμαία Σχολή.
 
Το 1887 τύπωσε την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Αι σκιαί του ʼδου, το πατριωτικό περιεχόμενο της οποίας έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του στην αλύτρωτη τότε ΄Ηπειρο και τον ανάγκασε να καταφύγει το 1889 στην Αθήνα, ενώ το τουρκικό στρατοδικείο τον καταδίκασε ερήμην του σε εικοσιπεντάχρονη εξορία.
 
Στην Αθήνα εργάστηκε ως τυπογράφος για δυο χρόνια, δημοσίευσε το ιστορικό επύλλιο (σύμφωνα με δικό  του χαρακτηρισμό) Ο καλόγηρος της Κλεισούρας του Μεσολογγίου, και έγραψε την ποιητική  συλλογή Χελιδόνες και την ηθογραφία Παρά την πηγήν.
 
Αργότερα υπέβαλε στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό τη συλλογή Αγροτικά,που τιμήθηκε  με έπαινο. Εξακολούθησε να γράφει και να δημοσιεύει ποιήματα και αφηγήματα σε διάφορα έντυπα της εποχής και προσλήφθηκε στο περιοδικό Εβδομάς, όπου από το 1892 δημοσίευε σε συνέχειες το λαογραφικό έργο του Οι Βλάχοι της Πίνδου.
 
Την ίδια περίοδο ξεκίνησε και το ενδιαφέρον του για την ιστριοδιφική έρευνα, ενώ δε σταμάτησε να αγωνίζεται για την ελευθερία της πατρίδας του κυρίως ως συνεργάτης στην εφημερίδα Φωνή της Ηπείρου (1892-1894).Συνέταξε επίσης λήμματα για την ΄Ηπειρο στο Εγκυκλοπαιδικό λεξικό των Μπαρτ και Μπεκ. Το 1892 τιμήθηκε ξανά με έπαινο στο Φιλαδέλφειο διαγωνισμό για τη συλλογή του Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης.
 
 Η προτίμηση της κριτικής επιτροπής προς τον Γεώργιο Στρατήγη για το πρώτο βραβείο προκάλεσε την αντίδραση του Κρυστάλλη αλλά και των λογοτεχνικών κύκλων.Στο τέλος του 1893 κέρδισε 2.500 δραχμές σε λαχείο και έτσι μπόρεσε το 1894 να δημοσιεύσει τα Πεζογραφήματα.
Την περίοδο εκείνη ο Κρυστάλλης εργαζόταν στη εταιρεία σιδηροδρόμων Πελοποννήσου και παρά τη δύσκολη κατάσταση της υγείας του ολοκλήρωσε το ποιήμα Ο ψωμοπάτης, σε 259 στίχους χωρισμένους σε οχτώ κεφάλαια, αποτέλεσμα τελικής επεξεργασίας του μακροσκελούς ποιμενικού ειδυλλίου του ,Γκόλφω.
 
 Η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του υπήρξε ραγδαία, έφυγε για την Κέρκυρα και κατόπιν για την ΄Αρτα στο σπίτι της αδερφής του, όπου πέθανε σε ηλικία εικοσιέξι μόλις ετών. Οι πρώτες ποιητικές συλλογές του Κρυστάλλη ,καθαρεύουσα γλώσσα, αποτέλεσμα των επιρροών που δέχτηκε ο ποιητής από την επαφή του με το πνεύμα του αθηναϊκού ρομαντισμού. Με τα Αγροτικά του 1890 πέρασε στον κύκλο της Νέας Αθηναϊκής Σχολής, στρεφόμενος προς τη δημοτική γλώσσα, και το δημοτικό τραγούδι.
 
Στην πεζογραφία οι επιρροές του εντοπίζονται στο χώρο των λαϊκών παραδόσεων. Και στα πεζά του χρησιμοποίησε αρχικά την καθαρεύουσα, στράφηκε ωστόσο σύντομα προς τη δημοτική, στη χρήση της οποίας συγκαταλέγεται στους πρωτοπόρους.Ο πρόωρος θάνατος του Κρυστάλλη μας στέρησε μιας ωριμότερης δημιουργίας του και μιας πιο ολοκληρωμένης άποψης των δυνατοτήτων του. 
 
 
Βοηθήματα: katohika.gr
 
 
 
 
 
 
 

Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

ΕΛΛΑΣ..ΧΩΡΑ ΦΩΤΟΣ!!



Πελασγοί: Το κοινό όνομα όλων τών προϊστορικών καί προκατακλυσμιαίων Ελληνικών φύλων.
 
Σύγχρονοι ιστορικοί, αρχαιολόγοι και γλωσσολόγοι έχουν προσπαθήσει να συνδέσουν τους "Πελασγούς", έναν όρο με μάλλον ασαφές περιεχόμενο, με διάφορους υλικούς πολιτισμούς, γλωσσολογικές ομάδες κ.λ.π. αλλά πρόκειται περί άλυτου "προβλήματος".
 Οι συνεχείς επεξεργασίες των ελληνικών παραδόσεων και μύθων καθιστούν δύσκολο το διαχωρισμό σαφών "αναμνήσεων ιστορικών γεγονότων" και μυθοπλασίας όσον αφορά τις πληροφορίες που δίνουν οι αρχαίοι συγγραφείς για τους Πελασγούς.
 Περιοχές όπως η Θεσσαλία και η Αττική θεωρούνταν παραδοσιακά ως περιοχές στις οποίες κατοικούσαν Πελασγοί. Γενάρχης των Πελασγών αναφέρεται ο Πελασγός. Με τ' όνομά του συνδέθηκαν πολυάριθμοι θρύλοι και παραδόσεις.


                                                                      Αχαιοί: Ελληνικό φύλο πού ήλθε από τήν Ήπειρο.
 
Τό όνομα προέρχεται απ' τόν Αχαιό γιό τού Ξούθου, εγγονό τού Έλληνα καί δισέγγονο του Δευκαλίωνος. Στήν εκστρατεία κατά τής Τροίας περί τό 1200 π.Χ κατά τήν συμβατική ιστορία έλαβαν μέρος 44 ηγεμόνες, από τήν Ήπειρο καί Θεσσαλία μέχρι τήν Κρήτη, αυτόνομοι μέν αλλά στά μάτια τών ξένων φάνταζαν ως έν έθνος, όπως άλλωστε ήταν αφού ίσχυε τό όμαιμον, τό ομόγλωσσον τό ομόθρησκον καί κυρίως η κοινή συνείδησις.
Τούς απέδιδαν δέ διάφορα ονόματα, όπως Αργείοι, Δαναοί, Αχαιοί μέ κυρίαρχο τό Αχαιοί.

 
Ίωνες: Ελληνικό φύλο πού ήλθε κι αυτό από τήν Ήπειρο καί τά παράκτια νησιά τού Ιονίου.
 
Τό όνομα έλκει τήν καταγωγή του από τόν Ίωνα, αδελφό τού Αχαιού, γιό τού Ξούθου, εγγονό τού Έλληνα καί δισέγγονο τού Δευκαλίωνος. Εγκαταστάθηκαν περί τό 1900 π.Χ. κατά τήν συμβατική πάντα ιστορία στήν Αττική.
 Ήλθαν σέ επαφή μέ τούς ανατολικούς λαούς καί γι αυτό τόν λόγο οι τελευταίοι αποκαλούσαν όλους τούς Έλληνες Ίωνες (Γιουνάν ), πράγμα πού εξακολουθεί νά ισχύει καί σήμερα καί μάλιστα καί η ίδια η Ελλάδα αποκαλείται Γιουνανιστάν.
Οι Ίωνες κατά την εποχή του Χαλκού ήταν εξαπλωμένοι μεταξύ της Εύβοιας, της Αττικής και της βορειοανατολικής Πελοποννήσου.
 
 Το 1100 π.Χ. περίπου κατά την αρχή της γεωμετρικής περιόδου, που σηματοδοτήθηκε από την κάθοδο των Δωριέων, οι ανακατατάξεις στο εσωτερικό της Ελληνικής χερσονήσου τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν μεγάλο μέρος της περιοχής στην οποία ζούσαν. Οι μετακινήσεις αυτές των αρχαίων ελληνικών φύλων ονομάζονται Α' Ελληνικός αποικισμός.
Οι Ίωνες λοιπόν μετακινήθηκαν προς τα ανατολικά δημιουργώντας αποικίες στα νησιά του Αιγαίου (Χίος, Σάμος κ.α.) καθώς και στην κεντρική Μικρά Ασία, στην περιοχή γνωστή ως Ιωνία.
 Το μεγαλύτερο μέρος των νησιών του Αιγαίου, με εξαίρεση τη Λέσβο, την Τένεδο και τη Ρόδο αποικήθηκε από τους Ίωνες, ενώ οι σημαντικότερες αποικίες στην Ιωνία ήταν η Μίλητος και η Έφεσος.
 

 Η δημιουργία αποικιών στη Μικρά Ασία ήταν μια προοπτική που χρόνια απασχολούσε τα αρχαία ελληνικά φύλα και κυρίως τους Αχαιούς, δεδομένου ότι ήταν πολύ πιο εύπορα από την ορεινή και σχετικά άγονη ελληνική χερσόνησο.
Οι Ίωνες μιλούσαν την ιωνική διάλεκτο. Η διάλεκτος αυτή αποτελεί τη γλώσσα της επικής ποίησης, καθώς το ομηρικό ιδίωμα έχει ως βάση του την ιωνική εμπλουτισμένη με στοιχεία από την αιολική και την αρκαδοκυπριακή.
 Οι λυρικοί ποιητές όπως ο Τυρταίος, ο Αρχίλοχος και άλλοι, χρησιμοποιούσαν την ιωνική διάλεκτο για τις ελεγείες τους. Επίσης ιστορικοί όπως ο Ηρόδοτος έγραφαν στην ιωνική. Χαρακτηριστικά τα α και ε μακρά γράφονται η και η εξάλειψη του συμφώνου F (δίγαμμα). Επίσης ο σχηματισμός των απαρεμφάτων σε -ναι είναι ιωνικό στοιχείο.Κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. η Μίλητος και η Έφεσος έγιναν κέντρα όσον αφορά τη σκέψη πάνω στο φυσικό κόσμο.
Με βάση αυτή τη σκέψη δημιουργούνταν υποθέσεις που εξηγούσαν τα φυσικά φαινόμενα χωρίς να αποδίδεται το αίτιό τους στο θείο, όπως γινόταν μέχρι τότε. Οι υποθέσεις αυτές διαχέονταν από την έρευνα και από προσωπικές εμπειρίες.
Οι εκπρόσωποι αυτού του κινήματος λέγονταν «Φυσικοί» ή «Φυσιολόγοι». Κύριος εκπρόσωπος ήταν ο Θαλής ο Μιλήσιος, ο οποίος ήταν κι ένας από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας. Και ο λεγόμενος "σκοτεινός" φιλόσοφος Ηρακλειτος από την Έφεσο.
 

Δωριείς: Οι Δωριείς ήταν ελληνικό φύλο, ένα από τα τέσσερα της αρχαιότητας, το οποίο καταγόταν σύμφωνα με τις γραπτές παραδόσεις από την οροσειρά της Πίνδου.
 
Κατά την παλαιά παραδοσιακή θεωρία και κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, οι Δωριείς κατέβηκαν στη νότια Ελλάδα περίπου τον 12ο π.Χ. αιώνα και κατέλυσαν τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, καθώς διέθεταν όπλα από σίδηρο, που ήταν ανώτερα από τα χάλκινα των Μυκηναίων. Νεώτερες όμως μελέτες συνδυάζουν την έλλειψη αρχαιολογικών ευρημάτων που να συνηγορούν σε μια τέτοια βίαιη εισβολή και γλωσσολογικών στοιχείων από την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β, και αμφισβητούν έντονα την εκδοχή αυτή.
Η μετακίνησή τους αυτή, που είναι γνωστή ως "Κάθοδος των Δωριέων", παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα σκοτεινότερα σημεία της ελληνικής ιστορίας. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, όταν βασίλευε ο Δευκαλίων, οι Δωριείς κατοικούσαν στην Φθιώτιδα.
Από εκεί, ενώ βασιλιάς τους ήταν ο Δώρος, από τον οποίο πήραν και το όνομά τους, πήγαν στις πλαγιές της Όσσας και του Ολύμπου, στην περιοχή που ονομαζόταν Ιστιαιώτις. Οι Κάδμειοι τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν την περιοχή αυτή και να εγκατασταθούν στην Πίνδο, σε μια περιοχή που εκτείνεται από την περιφέρεια Καστοριάς, Γρεβενών έως και την επαρχία Μετσόβου, όπου ονομάστηκαν Μακεδνοί.


Από εκεί ξεκίνησε η λεγόμενη "Κάθοδος των Δωριέων" στα τέλη του 12ου αιώνα π.Χ., μέσω του περάσματος της Δεσκάτης, που αποτέλεσε ιστορικό γεγονός μεγάλης σπουδαιότητας, και είχε το χαρακτήρα εγκατάστασης ενός λαού σε πιο εύφορα και προσοδοφόρα εδάφη.
Αυτή η εσωτερική μετανάστευση των Δωριέων αποτέλεσε τμήμα της γενικότερης προσπάθειας των δυτικών φυλετικών ομάδων να κατακτήσουν νέες περιοχές. Οι ακριβείς συνθήκες της μετακίνησής τους προς νότον παραμένουν άγνωστες.
Οι Δωριείς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους τόπους εγκατάστασής τους, καθώς είτε δέχτηκαν την πίεση άλλων φυλετικών ομάδων, είτε οι διαθέσιμοι φυσικοί πόροι δεν επαρκούσαν. Ενώ παλαιότερα εικάζοταν ότι η εξάπλωση των Δωριέων ήταν το κυριότερο αίτιο κατάρρευσης του μυκηναϊκού κόσμου, οι ιστορικοί σήμερα τείνουν στην αντίθετη εκδοχή, ότι η κατάρρευση του μυκηναϊκού κόσμου των Αχαιών αποτέλεσε το κυριότερο αίτιο της γρήγορης εξάπλωσης του δωρικού στοιχείου.
 Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται η άποψη ότι ότι οι Δωριείς ήταν ένα ελληνικό ποιμενικό και πρωτόγονο σχετικά φύλο που κατοικούσε στις ορεινές περιοχές της Ελλάδας, και το οποίο μετά τη διάλυση του μυκηναϊκού κόσμου κατέλαβε πεδινές περιοχές.


 Πέρα από τις μαρτυρίες των ιστορικών, υπάρχει και το αντίστοιχο μυθολογικό πλαίσιο.
Οι Δωριείς κατάγονταν από τον Δώρο, γιο του Έλληνα, ο οποίος είχε υπό την εξουσία του την ηπειρωτική Ελλάδα.
Σε αυτούς κατέφυγαν οι απόγονοι του Ηρακλή, μετά το θάνατο του Ύλλου και τον διωγμό τους από την Πελοπόννησο. Ακόμη, αναφέρεται ότι, όταν οι Ηρακλείδες έφθασαν στον Αιγιμιό, βασιλιά των Δωριέων, ο Ύλλος ζούσε. Ο Αιγιμιός υιοθέτησε τον Ύλλο και μαζί με τους δυο γιους του, Πάμφυλο και Δυμάνα, τον έκανε συγκληρονόμο στο ένα τρίτο του βασιλείου του. Διωγμένοι από τα γειτονικά φύλα οι Δωριείς κατέφυγαν, μετά από πολλές μετακινήσεις, στη Δωρίδα και από εκεί στην Πελοπόννησο.
Τη χώρα τη μοίρασαν οι δισέγγονοι του Ύλλου, Τήμενος, Κρεσφόντης και Αριστόδημος, μαζί με τους Πάμφυλο και Δυμάνα. Την κατάκτηση της Πελοποννήσου και την κυριαρχία τους στους αχαϊκούς πληθυσμούς, οι Δωριείς την ερμήνευσαν με το μύθο της "επανόδου των Ηρακλειδών", δηλαδή την επιστροφή των απογόνων του Ηρακλή στην αρχαία τους κοιτίδα.

 
Αιολείς: Ήλθαν από τήν Θεσσαλία περί τό 1900 π.Χ. εγκαταστάθηκαν στήν Πελοπόννησο καί συγχωνεύτηκαν μέ τούς Αχαιούς.
Τό όνομα ανατρέχει φυσικά στόν Αίολο τόν γιό τού Έλληνα καί εγγονό τού Δευκαλίωνος. Γιός τού Αιόλου ήταν ο Αθάμας, ο οποίος μέ τήν Νεφέλη έκανε τόν Φρίξο καί τήν Έλλη, εξ ής καί ο Ελλήσποντος καλείται.


Γραικοί: Από τόν Γραικό πού όπως καί ο Έλλην γενεαλογείται απ' τόν Δευκαλίωνα ή κατ' άλλους θεωρείται αδελφός τού Λατίνου.
Τό όνομα ετυμολογείται από τό γηραιός καί γραία κι αυτό από τήν Γαία καί επομένως αντιλαμβάνεται κανείς τό παμπάλαιον αφ' ενός τού ονόματος αφ' ετέρου δέ τό γηγενές αυτού.
 
 Επεκράτησε κατά τούς μέσους χρόνους (ανασυρθέν φυσικά από τό βαθύτατο παρελθόν) ως εθνική ονομασία τών Ελλήνων ιδίως στήν ύπαιθρο, διότι τό Έλληνες σήμαινε πλέον ειδωλολάτρες. Διά τών Λατίνων πού τό παρέλαβαν από τήν γειτονική Ήπειρο διαδόθηκε στήν Δύση (παρεφθάρη φυσικά όπως άλλωστε καί η Ελληνική γλωσσα πού κατακρεουργημένη κατέληξε στίς διαφόρους διαλέκτους), καί έχουμε τό γνωστό Graeci καί τά σημερινά ακατανόητα Greece, Grece, καί τά λοιπά παρόμοια.


 Μετά μάλιστα τήν δημιουργία νέας αυτοκρατορίας απ' τούς Δυτικούς μέ φορέα τού αξιώματος τόν Κάρολο τό 800 μ.Χ., πού ήταν τό αποκορύφωμα τής διάστασης μεταξύ τής παπικής εξουσίας καί τής πολιτικής εξουσίας τής Κωνσταντινουπόλεως, έγινε κατασυκοφάντησις τών Ελλήνων, ώστε τό όνομα Γραικός νά σημαίνει αίρεση καί κατά τούς χρόνους τής Φραγκοκρατίας μάλλιστα ενισχύθηκε εντονότατα ο μισελληνισμός.
Γνωστή είναι η φράση τού " πρωθυπουργού" τού Κ. Παλαιολόγου Λουκά Νοταρά " κρειττότερον ιδείν εν μέσει Πόλει φακιόλιον Τούρκου ή ρωμαϊκήν καλύπτραν". Νά σημειώσουμε μέ τήν ευκαιρία ότι ο Κάρολος ζήτησε σέ γάμο τήν 1η γυναίκα αυτοκράτειρα τήν Ειρήνη τήν Αθηναία.
Μετά τήν πτώση τής Πόλης, εκτός από τό ρεύμα λογίων πού συνέρευσε στήν Δύσι καί προκάλεσε τήν αναγέννηση, υπήρξαν καί πολλοί δυστυχείς πρόσφυγες, πολλοί από τούς οποίους παρανομούσαν γιά νά καταφέρουν νά επιβιώσουν καί αυτό συνέτεινε ώστε τό "Γραικός" νά σημαίνει καί "απατεών".


Δαναοί: Ελληνικό φύλο, πού προερχόμενο από τήν Ήπειρο, εγκαταστάθηκε κυρίως στήν Πελοπόννησο περί τό 2000
Timeo Danaos et dona ferentes (= φοβούμαι τούς Δαναούς καί δώρα φέροντας).
Η φράση αυτή ανήκει στόν γαλάτη Βιργίλιο καί ασφαλώς εκφράζει τόν φθόνο κατά τών Ελλήνων αλλά καί τήν προσπάθεια υποτίμησης τού Ελληνικού Πνεύματος πού ήταν κυρίαρχο ακόμα καί κατά τήν Ρωμαϊκή στρατιωτική κυριαρχία. Άλλωστε κατά τόν Οράτιο "η Ελλάς ηττηθείσα τόν τραχύν νικητήν ενίκησε καί τάς τέχνας εισήγαγε εις τό αγροίκον Λάτιον".


Σελλοί: Κατά τόν Αριστοτέλη πανάρχαιοι κάτοικοι τής κεντρικής Ηπείρου πού καλούνταν τότε μέν Γραικοί, τώρα δέ Έλληνες. Απ' τό όνομα αυτό κατά μία εκδοχή καί τό Έλληνες.
 
 
Έλληνες: Το ελληνικό φύλο τού Αχιλλέα πού κατοικούσε τήν Φθία. Εκαλούντο καί Μυρμιδόνες.

Ήλθε από τήν Ήπειρο καί επεκτάθηκε σέ ευρύτερη περιοχή. Τό όνομα προέρχεται από τον Έλληνα, γιό τού Δευκαλίωνος πού γεννήθηκε μέ "σπέρμα Διός".
Τόν 8ο π.Χ. αιώνα όλα τά Ελληνικά φύλα πήραν αυτό τό όνομα. Στά πρώτα χρόνια τής επικράτησης τού Χριστιαννισμού τό όνομα Έλλην κατέληξε νά σημαίνει ειδωλολάτρης.


Απ' τόν 9ο αιώνα όμως μέ τόν Φώτιο καθηγητή καί μετέπειτα πατριάρχη, πού τό σπίτι του είχε μετατραπεί σέ κέντρο φιλολογικών συναναστροφών, πού επανιδρύθηκε τό Πανεπιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως καί συνεστήθη πλήθος άλλων ιδιωτικών ανωτάτων σχολών έχουμε επανεμφάνιση τού ονόματος "Έλλην".
Τόν 11ο αιώνα έχομε νέα ενίσχυση τού ονόματος μέ τόν Μιχαήλ Ψελλό καί τήν Άννα Κομνηνή. Ο Θεόδωρος Β' Λάσκαρις αυτοκράτωρ Νίκαιας έλεγε: " Πάσαν τοίνυν φιλοσοφίαν καί γνώσις Ελλήνων εύρεμα...Σύ δέ ώ Ιταλέ τίνος ένεκεν εγκαυχά;"Ο Γεώργιος Γεμιστός τόνιζε στόν Μανουήλ Παλαιολόγο, ότι οι άνθρωποι, τών οποίων ηγείται είναι "Έλληνες" τό γένος ως ή τε φωνή καί η πάτριος παιδεία μαρτυρεί.

 
 Οι Μακεδόνες: Οι Μακεδόνες ή Μακεδνοί είναι ελληνικό φύλο, που στις αρχές της τελευταίας προχριστιανικής χιλιετίας βρίσκονται εγκαταστεστημένοι στην βόρεια Ελλάδα, στην περιοχή βόρεια του Ολύμπου ανάμεσα στον Αλιάκμονα και τον Αξιό.
 Μεταξύ του 8ου και του 7ου π.Χ. αιώνα, οι Μακεδόνες αφού κυριάρχησαν στα γειτονικά φύλα, τους Πελαγόνες, τους Ελιμιώτες, τους Εορδαίους, τους Αλμωπούς, τους Λυγκηστές, τους Ορέστες κλπ. δημιούργησαν το Μακεδονικό Βασίλειο. Τα επόμενα χρόνια κατάφεραν και αντιμετωπίζαν επιτυχώς τις συχνές επιδρομές των Ιλλυριών.
 
 
Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Μακεδόνες είναι ελληνικό φύλο, ταυτόσημο με τους Δωριείς, το οποίο αρχικά κατοικούσε στην Πίνδο.Οι ίδιοι οι Μακεδόνες θεωρούσαν προγόνους τους, τους Ηρακλείδες και η βασιλική δυναστεία των Μακεδόνων, οι Αργεάδες, απέδιδε την καταγωγή της στον πρώτο Δωριέα βασιλιά του Άργους Τήμενο.
 

Από το 504 π.Χ συμμετείχαν στους Ολυμπιακούς αγώνες όταν ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αλέξανδρος Α' απέδειξε στους Ελλανοδίκες την ελληνική καταγωγή των Μακεδόνων.
Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, γενάρχης των Μακεδόνων ήταν ο Μακεδνός. Σύμφωνα με τον Ησίοδο, ο Μακεδνός ήταν γιος του Δία και της Θυίας, της κόρης του Δευκαλίωνα και της Πύρρας. Ο Ελλάνικος αργότερα θεωρεί τον Μακεδόνα γιο του Αίολου και εγγονό του Έλληνα, του μυθικού γενάρχη των Ελλήνων.
 
 
 
 
ΕΛΛΑΣ..ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ!!
 



 

Βοηθήματα:Wikipedia kai ellinikoarxeio
 

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

ΕΛΛΗΝΕΣ!

 
 
 

Αποδεδειγμένα σε κάθε περίοδο της εξέλιξής του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός προσπάθησε να απελευθερώσει τον εαυτό του από τους Έλληνες.


 Η προσπάθεια αυτή είναι διαποτισμένη με βαθύτατη δυσαρέσκεια, διότι οτιδήποτε κι αν δημιουργούσαν, φαινομενικά πρωτότυπο και άξιο θαυμασμού, έχανε χρώμα και ζωή στη σύγκρισή του με το ελληνικό μοντέλο, συρρικνωνότανε, κατέληγε να μοιάζει με φθηνό αντίγραφο, με καρικατούρα.


Έτσι ξανά και ξανά μια οργή ποτισμένη με μίσος ξεσπάει εναντίον των Ελλήνων, εναντίον αυτού του μικρού και αλαζονικού έθνους, που είχε το νεύρο να ονομάσει βαρβαρικά ότι δεν είχε δημιουργηθεί στο έδαφός του.


Κανένας από τους επανεμφανιζόμενους εχθρούς τους δεν είχε την τύχη να ανακαλύψει το κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαμε μια για πάντα να απαλλαγούμε απ’ αυτούς. Όλα τα δηλητήρια του φθόνου, της ύβρεως, του μίσους έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή να διαταράξουν την υπέροχη ομορφιά τους.


Έτσι, οι άνθρωποι συνεχίζουν να νιώθουν ντροπή και φόβο απέναντι στους Έλληνες.

Βέβαια, πού και πού, κάποιος εμφανίζεται που αναγνωρίζει ακέραιη την αλήθεια, την αλήθεια που διδάσκει ότι οι Έλληνες είναι οι ηνίοχοι κάθε επερχόμενου πολιτισμού και σχεδόν πάντα τόσο τα άρματα όσο και τα άλογα των επερχόμενων πολιτισμών είναι πολύ χαμηλής ποιότητας σε σχέση με τους ηνίοχους, οι οποίοι τελικά αθλούνται οδηγώντας το άρμα στην άβυσσο, την οποία αυτοί ξεπερνούν με αχίλλειο πήδημα.

 

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ? ΠΙΣΤΕΥΑΤΕ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ?

 
 
 
 
Είναι φανερό ότι η εξέλιξη των ελληνικών γραμμάτων οδήγησε σταδιακά στους σημερινούς «αραβικούς» αριθμούς…
Έτσι, το 1 προέρχεται από το Α (ως «κατάλοιπο» της πρωταρχικής γραφής αυτού του γράμματος), το Β είναι φανερά το ίδιο το 2 (αποτελούμενο κι αυτό από δύο επάλληλες καμπύλες), το Γ είναι το 3 (αρκεί κανείς να το δει ως μετεξέλιξη του μικρού «γ»), το Δ είναι το ίδιο το 4, το 5 συνιστά μετεξέλιξη του Ε, το 6 είναι σχεδόν 100% ίδιο με το χαμένο γράμμα «στίγμα» (ς) κτλ.
 
Είναι τοις πάσι γνωστό και αποδεκτό στους επιστημονικούς κύκλους η ιδιαίτερη αξία των μαθηματικών όχι απλά στην καθημερινή μας ζωή (όπου η αξία αυτή είναι εμφανέστατη), αλλά και σε όλη γενικά την αρμονία και την τάξη του σύμπαντος!
 
 
 Υπό μία έννοια στον υλικό-ορατό κόσμο ΤΑ ΠΑΝΤΑ είναι μαθηματικά, με την έννοια ότι όλα τα «χειροπιαστά» αντικείμενα υπάγονται σε αιώνιους «αόρατους» μαθηματικούς κανόνες, σε αριθμητικές δομές, χωρίς τα οποία τίθεται επί τάπητος ακόμα και η ίδια η ύπαρξη ή όχι της Δημιουργίας,με μαθηματική λογική, με αριθμητική κατασκευή.
 
Μία υπέρτατη αλήθεια αποδεκτή από όλους τους μεγάλους επιστήμονες όλων των εποχών: από τον μεγάλο Πυθαγόρα έως και τον Βρετανό ερευνητή Roger Penrose…
Οι αριθμοί που παριστάνουν ο καθένας μία μαθηματική πραγματικότητα, έχοντας συγκεκριμένη «υπόσταση», αναφέρονται συχνά ως «αραβικοί». Αυτό στα πανεπιστήμια συμβαίνει ακριβώς για να γίνει σαφής διαφοροποίηση ανάμεσα στους αριθμούς που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας σήμερα (1, 2, 3, 4, 5 κτλ.) και τους λεγόμενους «λατινικούς» αριθμούς (I, II, III, IV, V κτλ.).

Γίνεται επίσης σε αντιδιαστολή με το αρχαιοελληνικό σύστημα μέτρησης (α, β, γ, δ, ε, κτλ.), που απλά ακολουθούσε τη σειρά των γραμμάτων στο ελληνικό αλφάβητο και ταυτιζόταν μαζί τους.
 
 Αν όμως προσέξει κάποιος βαθύτερα και μελετήσει λίγο παραπάνω θα δει έκπληκτος ότι… οι «αραβικοί» αριθμοί που όλοι γνωρίζουμε δεν είναι παρά τα ίδια τα ελληνικά γράμματα! Πρόκειται για μία πραγματικότητα, η οποία – ενώ είναι εμφανώς μπροστά μας σε κάθε στιγμή! – παραμένει καλά κρυμμένη και σχεδόν «αόρατη»!…

 
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Καταρχάς οι αριθμοί των οποίων ευρεία χρήση κάνει σήμερα όλη η ανθρωπότητα θεωρούνται «φοινικικοί», ότι δηλ. δημιουργήθηκαν στη Μέση Ανατολή μιας προϊστορίας χαμένης μέσα στα βάθη του χρόνου και οφείλουν την ύπαρξή τους σε καθαρά εμπορικούς λόγους (λόγω των  αναγκών των  Φοινίκων να χρησιμοποιούν μονάδες μέτρησης).
 
Βέβαια αυτή η θεωρία, έτσι όπως είναι δοσμένη, θυμίζει το αντιεπιστημονικό «δόγμα» του λεγόμενου «ινδοευρωπαϊσμού» – για την καταγωγή των γλωσσών – και δεν αντέχει καν σε σοβαρή κριτική… Κι αυτό διότι και πάλι ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ κανένα απολύτως γραπτό μνημείο που να αποδεικνύει ότι «κάποιοι» Φοίνικες δημιούργησαν κάποτε τους σημερινούς «αραβικούς» αριθμούς!
 
Και επιπρόσθετα αναρωτιέται κάποιος: πώς είναι δυνατόν οι Φοίνικες να εμπνεύστηκαν το αριθμητικό σύστημα και την ίδια ώρα να μην είχαν δημηιουργήσει καμία απολύτως επιστήμη, καμία φιλοσοφία, κανένα σοβαρό λατρευτικό σύστημα, κανέναν απολύτως πολιτισμό;
 
Είναι άραγε αυτό δυνατό; Αντέχει σε οποιαδήποτε ανθρώπινη λογική;… Εμείς επαναλαμβάνουμε ότι οι έρευνές μας δεν εμπεριέχουν κανένα στοιχείο σωβινισμού, εθνικισμού ή φυλετισμού, ούτε και θέλουν να δείξουν κάποια βιολογική «ανωτερότητα» των Ελλήνων. Πιστεύουμε άλλωστε ότι ο ελληνικός πολιτισμός είναι παγκόσμιος και πανανθρώπινος.
 
 Έτσι και στο μείζον θέμα της καταγωγής των αριθμών, έστω και αν δεχτούμε ότι τους έφτιαξαν οι Μεσανατολίτες Φοίνικες, και πάλι… ελληνικής προέλευσης είναι!!!
Κι αυτό, εφόσον οι Φοίνικες (και, κατά συνέπεια, οι τωρινοί Εβραίοι και Άραβες) έχουν απώτερη ελληνική καταγωγή, ως απόγονοι των Κρητών αποίκων, που μετέφεραν στην Παλαιστίνη την αρχαία θρησκεία του Βήλιου Κρόνου (του μετέπειτα Βαάλ της προ της Παλαιάς Διαθήκης λατρείας)!…
 
 
Ως γνωστόν, το αρχαιοελληνικό αλφάβητο αποτελείτο από 27 γράμματα (σήμερα έχουν «εκπέσει» τρία από αυτά και έτσι έχει 24 γράμματα). Πρώτος ο Πυθαγόρας, μέγας μαθηματικός και οι μαθητές του, εμπνεύστηκαν το σημερινό λεγόμενο «θεσιακό σύστημα αρίθμησης», δηλ. με τα αριθμητικά σύμβολα να έχουν συγκεκριμένη σειρά.
 
Πήραν λοιπόν αυτοί τα πρώτα εννέα γράμματα του ελληνικού αλφάβητου και πάνω τους δόμησαν τη μορφή των σύγχρονων αριθμών. Η λογική πίσω από τους αριθμούς! Ο σχηματισμός τους έχει να κάνει και με τις γωνίες από τις οποίες αυτοί συνίστανται!… Έτσι, το 1 έχει μία γωνία, το 2 δύο γωνίες, το 3 τρεις κ.ο.κ. Αλλά και το μηδέν (ως τέλειος κύκλος) δεν έχει… καμία γωνία!!!
 
Εκπληκτική πραγματικά σύλληψη των σοφών αρχαίων προγόνων μας, οι οποίοι γνώριζαν για τον φυσικό κόσμο απείρως περισσότερα απ’ όσα γνωρίζουμε σήμερα εμείς.
Ας δούμε λοιπόν έναν προς έναν τους 9 αυτούς αριθμούς (πάνω στους οποίους εξάλλου βασίζεται όλο το υπόλοιπο σύγχρονο αριθμητικό σύστημα, όπως οι δεκάδες, οι εκατοντάδες, οι χιλιάδες κτλ.), καθώς και τον αριθμό 0.

Η μονάδα λογικό είναι να παρίσταται πάντοτε με τον πλέον απλό τρόπο (δηλ. με μία «σκέτη» γραμμή). Έτσι ακριβώς και το γράμμα Α θα πρέπει να ιδωθεί ως μία κατοπινή «καλλιτεχνική» εξέλιξη ενός πιο απλοϊκού προγενέστερου συμβόλου, εξάλλου η πρώιμη γραφή του ταιριάζει απόλυτα με τη σημερινή μορφολογία του αριθμού 1.
Πρόκειται δηλ. για μία κεκλιμένη γραμμή με καμπύλο άγκιστρο στο άνω άκρο αντί μίας απλής γραμμής.
 
2. Ο αριθμός αυτός παλαιότερα έμοιαζε με τον σημερινό «3» (χωρίς βέβαια να είναι ο ίδιος), είχε δηλ. μία ακόμα μικρή «ουρά» από κάτω. Συνεπώς ήταν το ίδιο ουσιαστικά το γράμμα Β, αποτελούμενος από δύο επάλληλες καμπύλες.
 
3. Προέρχεται από μία σαφή μετεξέλιξη (και «στροφή» αριστερά 90 μοιρών…) του μικρού «γ» του ελληνικού αλφάβητου, που κι αυτό με τη σειρά του πρέπει να ιδωθεί ως «παραφθορά» με την πάροδο του χρόνου του μεγάλου Γ. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η ύπαρξη της πρόσθετης καμπύλης, σε σχέση με τον προηγούμενο αριθμό (το 2).
 
4. Εδώ είναι ολοφάνερη η σχέση του «αραβικού» αριθμού 4 με το ελληνικό γράμμα Δ. Είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα και αυτό αποδεικνύεται αν προεκταθούν ελαφρώς οι πλευρές του γράμματος κατά τη δεξιά κορυφή της βάσης του.
 
5. Αν προσεχθεί το σχήμα του αριθμού 5 είναι επίσης φανερός ο συσχετισμός του με το αρχαιοελληνικό γράμμα Ε. Απλά η πρώτη κάθετη γραμμή του Ε (ανάμεσα στις δύο οριζόντιες) έχει, με το πέρασμα του χρόνου, «μετατεθεί» ακριβώς απέναντι, ως «αντανάκλαση», κι έτσι προκύπτει το σημερινό 5.
 
 
6. Είναι αυτό το ίδιο το πανάρχαιο γράμμα – απωλεσθέν στην πορεία των αιώνων – «στίγμα» (Ϛ). Απλά το κάτω του μέρος απέκτησε, διαμέσου της ιστορικής διεργασίας, κυκλική μορφή κι έγινε ο σημερινός αριθμός 6.
 
7. Κι εδώ είναι πεντακάθαρη η άμεση προέλευση του αριθμού 7 από το ελληνικό γράμμα Ζ. Όμως στον αριθμό 7 η κάτω ευθεία γραμμή του Ζ είτε μετατέθηκε ψηλότερα (όπως το γράφουν αρκετοί) είτε σε ορισμένες «γραμματοσειρές» χάθηκε εντελώς…

8. Το αρχαίο Η μετεξελιγμένο ταυτίζεται 100% με τον σημερινό αριθμό 8. Άλλωστε η πρώιμη γραφή του γράμματος αυτού ήταν σχεδόν ο ίδιος ο αριθμός 8, αφού «έκλεινε» το γράμμα τόσο από πάνω όσο και από κάτω.
 
Ο αριθμός 9 δεν είναι παρά ένα ανοιχτό Θ (καλλιτεχνικά ακόμα και σήμερα γράφουμε «ϑ»!). Άρα και στην περίπτωση αυτή έχουμε πλήρη ταυτοποίηση…
 
Τέλος, αξίζει να κάνουμε αναφορά στον αριθμό 0, αν και είναι αμφίβολο κατά πόσο πρόκειται περί «απτού αριθμού» (0 = άπειρο!).
Το πρωτοχρησιμοποίησε ο Έλληνας μαθηματικός Κλαύδιος Πτολεμαίος, που έζησε τον 2ο αιώνα μ.Χ., για να συμβολίσει το «τίποτα» ταυτισμένο όμως με την έννοια του απέραντου, του ατελείωτου…
Πήρε λοιπόν το ελληνικό γράμμα Ο (όμικρον), το σύμβολο αυτό του «όλου» και το μετέτρεψε σε αρνητικής υφής αριθμό, που – κατά μία έννοια – ταυτίζεται με το ίδιο το σύμπαν ως χάος…
 

 
Στοιχεία:Δρ. Ησαΐας Κωνσταντινίδης Πηγή:aorata-gegonota

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ..ΕΝΙΑΙΑ ΚΑΙ ΑΔΙΑΙΡΕΤΗ

 
 

 «Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα». Γιώργος Σεφέρης

Ποια Ελληνική λέξη είναι αρχαία και ποια νέα; Γιατί μια Ομηρική λέξη μας φαίνεται δύσκολη και ακαταλαβίστικη;Οι Έλληνες σήμερα ασχέτως μορφώσεως μιλάμε ομηρικά, αλλά δεν το ξέρομε επειδή αγνοούμε την έννοια των λέξεων που χρησιμοποιούμε.
Για του λόγου το αληθές θα αναφέρομε μερικά παραδείγματα για να δούμε ότι η Ομηρική γλώσσα όχι μόνο δεν είναι νεκρή, αλλά είναι ολοζώντανη.

Αυδή είναι η φωνή. Σήμερα χρησιμοποιούμε το επίθετο άναυδος.
Αλέξω στην εποχή του Ομήρου σημαίνει εμποδίζω, αποτρέπω. Τώρα χρησιμοποιούμε τις λέξεις αλεξίπτωτο, αλεξίσφαιρο, αλεξικέραυνο αλεξήλιο Αλέξανδρος (αυτός που αποκρούει τους άνδρες)

Με το επίρρημα τήλε στον Όμηρο εννοούσαν μακριά, εμείς χρησιμοποιούμε τις λέξεις τηλέφωνο, τηλεόραση, τηλεπικοινωνία, τηλεβόλο, τηλεπάθεια κ.τ.λ.

Λάας ή λας έλεγαν την πέτρα. Εμείς λέμε λατομείο, λαξεύω.
Πέδον στον Όμηρο σημαίνει έδαφος, τώρα λέμε στρατόπεδο, πεδινός.
Το κρεβάτι λέγεται λέχος, εμείς αποκαλούμε λεχώνα τη γυναίκα που μόλις γέννησε και μένει στο κρεβάτι.




Πόρο έλεγαν τη διάβαση, το πέρασμα, σήμερα χρησιμοποιούμε τη λέξη πορεία. Επίσης αποκαλούμε εύπορο κάποιον που έχει χρήματα, γιατί έχει εύκολες διαβάσεις, μπορεί δηλαδή να περάσει όπου θέλει, και άπορο αυτόν που δεν έχει πόρους, το φτωχό.
Φρην είναι η λογική. Από αυτή τη λέξη προέρχονται το φρενοκομείο, ο φρενοβλαβής, ο εξωφρενικός, ο άφρων κ.τ.λ.
Δόρπος, λεγόταν το δείπνο, σήμερα η λέξη είναι επιδόρπιο.
 
Λώπος είναι στον Όμηρο το ένδυμα. Τώρα αυτόν που μας έκλεψε (μας έγδυσε το σπίτι) το λέμε λωποδύτη.
Ύλη ονόμαζαν ένα τόπο με δένδρα, εμείς λέμε υλοτόμος.
Άρουρα ήταν το χωράφι, όλοι ξέρουμε τον αρουραίο.
Τον θυμό τον αποκαλούσαν χόλο. Από τη λέξη αυτή πήρε το όνομα της η χολή, με την έννοια της πίκρας. Λέμε επίσης αυτός είναι χολωμένος.
 
 

 
 

Νόστος σημαίνει επιστροφή στην πατρίδα. Η λέξη παρέμεινε ως παλινόστηση, ή νοσταλγία.
Άλγος στον Όμηρο είναι ο σωματικός πόνος, από αυτό προέρχεται το αναλγητικό.
Το βάρος το αποκαλούσαν άχθος, σήμερα λέμε αχθοφόρος.
Ο ρύπος,δηλαδή η ακαθαρσία, εξακολουθεί και λέγεται έτσι – ρύπανση.
Από τη λέξη αιδώς (ντροπή) προήλθε ο αναιδής.

Πέδη, σημαίνει δέσιμο και τώρα λέμε πέδιλο. Επίσης χρησιμοποιούμε τη λέξη χειροπέδες.
Από το φάος, το φως προέρχεται η φράση φαεινές ιδέες.
Άγχω, σημαίνει σφίγγω το λαιμό, σήμερα λέμε αγχόνη. Επίσης άγχος είναι η αγωνία από κάποιο σφίξιμο, ή από πίεση.
Βρύχια στον Όμηρο είναι τα βαθιά νερά, εξ ου και τo υποβρύχιο.
Φερνή έλεγαν την προίκα. Από εκεί επικράτησε την καλά προικισμένη να τη λέμε «πολύφερνη νύφη».
Το γεύμα στο οποίο ο κάθε παρευρισκόμενος έφερνε μαζί του το φαγητό του λεγόταν έρανος. Η λέξη παρέμεινε, με τη διαφορά ότι σήμερα δεν συνεισφέρουμε φαγητό, αλλά χρήματα.
 
 

 
 

Υπάρχουν λέξεις, από τα χρόνια του Ομήρου, που ενώ η πρώτη τους μορφή μεταβλήθηκε – η χειρ έγινε χέρι, το ύδωρ νερό, η ναυς έγινε πλοίο, στη σύνθεση διατηρήθηκε η πρώτη μορφή της λέξεως.
Από τη λέξη χειρ έχομε: χειρουργός, χειριστής, χειροτονία, χειραφέτηση, χειρονομία, χειροδικώ..

Από το ύδωρ έχομε τις λέξεις: ύδρευση υδραγωγείο, υδραυλικός, υδροφόρος, υδρογόνο, υδροκέφαλος, αφυδάτωση, ενυδρείο, κ.τ.λ.
Από τη λέξη ναυς έχομε: ναυπηγός, ναύαρχος, ναυμαχία, ναυτικός, ναυαγός, ναυτιλία, ναύσταθμος, ναυτοδικείο, ναυαγοσώστης, ναυτία, κ.τ.λ.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα παραδείγματα προκύπτει ότι: Δεν υπάρχουν αρχαίες και νέες Ελληνικές λέξεις, αλλά μόνο Ελληνικές.

Η Ελληνική γλώσσα είναι ενιαία και ουσιαστικά αδιαίρετη χρονικά.

Από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα προστέθηκαν στην Ελληνική γλώσσα μόνο ελάχιστες λέξεις.

Η γνώση των εννοιών των λέξεων θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι μιλάμε τη γλώσσα της ομηρικής ποίησης, μια γλώσσα που δεν ανακάλυψε ο Όμηρος αλλά προϋπήρχε πολλές χιλιετηρίδες πριν από αυτόν.
Ετσι θ΄ανακαλύψουμε τις έννοιες των λέξεων για να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε καλύτερα.